Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Τι αποκαλύπτουν οι Σφίγγες της Αμφίπολης -Είναι χαραγμένες πάνω σε νομίσματα του 530 π.Χ


Σε τετράδραχμα 14,40 και 12,90 γραμμαρίων, σε δυόβολο 1,40 γραμμαρίων καθώς και σε υποδιαίρεση του 1/8 του στατήρα, 1,20 γραμμαρίων - σύμφωνα με την αρχαϊκή μέτρηση - φαίνεται πως είναι αποτυπωμένες οι Σφίγγες της Αρχαίας Αμφίπολης.Σύμφωνα με τον νομισματολόγο-ερευνητή Αστέριο Τσίντσιφο, το αρχαίο αυτό νόμισμα πρωτοέκανε την εμφάνιση του στην περιοχή της Αρχαίας Αμφίπολης, στα τέλη του 6ου αιώνα π. Χ.

Ξεδιπλώνοντας το "κουβάρι" της ιστορίας της περιοχής, ο κ. Τσίντσιφος ανατρέχει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, στην εποχή που η πόλη των Εννέα Οδών, μετέπειτα Αμφίπολη, γνώρισε μεγάλη δόξα στα χρόνια της αρχαιότητας, λόγω της θέσεως που κατείχε, καθώς ήταν κομβικό εμπορικό σημείο και συνόρευε με το μεγάλο εμπορικό λιμάνι της Αμφίπολης.

"Οι Εννέα Οδοί υπήρξαν στην κυριολεξία πολυεθνική πόλη. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα, υπήρχαν εκεί Χαλκιδαίοι άποικοι. Η πολυπληθέστερη αποικία ήταν οι Μιλήσιοι, που μύησαν τους ντόπιους στη νομισματοκοπία. Το μιλησιακό σύστημα βαρών που ακολουθήθηκε, μας το φανερώνει. Υπήρχαν ακόμα μικρότερες αποικίες των Φωκαέων, Σαμίων και Ερυθραίων από την Ιωνία. Από το 520 π.Χ. και μετά, το βισαλτικό στοιχείο μαζί με το μακεδονικό, που ήδη υπήρχε στη Βισαλτία, έγινε πολύ έντονο στην πόλη. Τέλος, παρουσία εκεί είχαν Άνδριοι και Ακάνθιοι άποικοι. Μετά τις Περσικές εκστρατείες και την οριστική αποχώρηση των Περσών το 479 π.Χ., άρχισε μια αντίστροφη μέτρηση, που οδήγησε τελικά τις Εννέα Οδούς στα χέρια των Αθηναίων και στη μετονομασία της σε Αμφίπολη" επεξηγεί ιστορικά ο κ. Τσίνσιφος, αναλύοντας τη νομισματική πορεία της περιοχής και τη θέση της Σφίγγας πάνω στα νομίσματα και συνεχίζει:

"Οι Εννέα Οδοί, όπως απεδείχθη νομισματικά, υπήρξε έδρα του βασιλιά των Ηδωνών Γέτα. Οι μύθοι με τον Διόνυσο, τους Ήδωνες και τον βασιλιά Λυκούργο, που αιωρούνταν πάνω από το Παγγαίο, εκπορεύτηκαν από τις Εννέα Οδούς, που κατ' εξοχήν ήταν το κέντρο της Διονυσιακής λατρείας. Εδώ θεοποιείται η Σφίγγα, που όπως αναφέρεται από ιστορικά στοιχεία προηγήθηκε και αυτής του δωδεκαθέου. Γεγονός είναι ότι από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετά, έμεινε να λατρεύεται σε ελάχιστα φανερά σημεία. Ο μύθος γι' αυτήν μπορεί να γεννήθηκε στη Θήβα του Οιδίποδα, όμως νομισματικά τουλάχιστον δεν υπήρξε και έτσι, φαινομενικά, δεν υπάρχει σύνδεση της Σφίγγας με τη Θήβα του 5ου π.Χ. αιώνα και μετά. Τα φανερά σημεία λατρείας της, που είναι γνωστά έως σήμερα, είναι η Χίος, όπως αποδεικνύει όλη η νομισματική της παραγωγή, η Νάξος, όπως απέδειξε με το άγαλμα της Σφίγγας, που οι κάτοικοί της απέστειλαν στους Δελφούς και η πόλη Γέργη της Τρωάδας, της Μικράς Ασίας, όπου επίσης όλη η νομισματική της παραγωγή βασίστηκε στη Σφίγγα. Η λατρεία της Σφίγγας ήταν στενά συνδεδεμένη με τη Διονυσιακή λατρεία και το κρασί που παραγόταν. Έτσι, στη Θήβα, ανακαλύπτουμε τον Διόνυσο, τον αμφορέα για το κρασί και το σταφύλι σαν σύμβολο. Στη Νάξο πάλι, τον Διόνυσο, σκεύη για κρασί και σταφύλια και ούτω καθεξής. Στα φανερά σημεία λατρείας της Σφίγγας πλέον, συγκαταλέγεται η Αμφίπολη, από την εποχή ακόμα που το όνομά της ήταν Εννέα Οδοί. Οι δυο Σφίγγες στο μνημείο του λόφου Καστά δεν εκπλήσσουν με την εμφάνισή τους εκεί, γιατί το πανάρχαιο νομισματικό θέμα της πόλης ήταν η Σφίγγα. Η ελληνική σφίγγα, υπήρξε νομισματικό θέμα των Εννέα Οδών. Η Σφίγγα λοιπόν φαίνεται να είχε ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους της Αμφίπολης, αφού και όταν ακόμα άλλαξαν θεματολογία στα νομίσματά τους, η σφίγγα παρέμεινε πάνω σ' αυτά, πλέον σαν σύμβολο. Το 530 π.Χ., περίπου μέσα σ' έναν οργασμό νομισματοκοπίας στο Παγγαίο, οι κάτοικοι των Εννέα Οδών επιλέγουν την σφίγγα και την αγελάδα μόνη της ή με το μοσχαράκι της, σαν θέματα για τα νομίσματά τους. Οι αποτυπώσεις στα νομίσματά τους ομολογούσαν τη θεότητα που λάτρευαν, ως οπαδούς του Διόνυσου, αλλά και την ασχολία τους που ήταν κυρίως η κτηνοτροφία. Όπως φαίνεται πολύ αργότερα, οι Αμφιπολίτες, δεν ξεχνούν τις ρίζες τους και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τη σφίγγα σαν σύμβολο, όμως η κύρια απόδειξη για την ταυτοποίηση των Εννέα Οδών με τη σφίγγα, έρχεται από την αποκωδικοποίηση των οπισθοτύπων. Στην πρώτη πλευρά των ασημένιων νομισμάτων, που έχουν βρεθεί και χρονολογούνται από 520 π.Χ. μέχρι και το 470 π.Χ. φαίνεται η Σφίγγα, ενώ το οπισθότυπό της, η πίσω πλευρά του νομίσματος, φανερώνει τον τόπο κοπής του νομίσματος- στην προκειμένη περίπτωση τις Εννέα Οδούς. Με θέμα τη Σφίγγα καλύφθηκαν πέντε νομισματικές υποδιαιρέσεις, ενώ άλλες πέντε καλύφθηκαν με την αγελάδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα νομίσματα με τη Σφίγγα δεν ήταν άγνωστα, αλλά λόγω αδυναμίας ταυτοποίησης, χαρακτηρίζονται έως σήμερα ανεξακρίβωτα Θρακο-μακεδονικά. Από το 520 π.Χ., που έχουμε τη νομισματική απόδειξη των Εννέα Οδών, έως και το 357 π.Χ., που κόβονταν τα Αμφιπολίτικα νομίσματα, η Σφίγγα είχε παρουσία στην Αμφίπολη. Το μοναδικό διάστημα που απουσίασε νομισματικά, ήταν η περίοδος κατάληψής της από τους Αθηναίους (438 - 422 π.Χ.). Το 438 π.Χ., που ο Άγνων ο οικιστής ίδρυσε την Αμφίπολη στη θέση των Εννέα Οδών, ο χρυσούς αιών στην Αθήνα, ήταν στο αποκορύφωμά του. Έως τότε, το μισό Παγγαίο, από τα μεταλλεία που αφαίρεσαν το 464 π.Χ. από τους Θασίτες, δούλευε για τους Αθηναίους. Μετά την ίδρυση της Αμφίπολης, όλο το Παγγαίο ήταν δικό τους. Το χρήμα έρεε άφθονο και ένας από τους διαχειριστές αυτού στο Παγγαίο, ήταν ο Άγνωνας. Ο Άγνωνας είναι μια πολύ λίγο γνωστή ιστορική προσωπικότητα, που με την ενέργειά του να ιδρύσει πόλη με το όνομά του 'Αγνώνεια', πολύ κοντά στην Αμφίπολη, έδειξε τουλάχιστον μια τάση επίδειξης, που εκδηλώθηκε μέσα από οικοδομική δραστηριότητα. Ο Θουκυδίδης κάνει αναφορά για 'Αγνώνεια οικοδομήματα', που μετά την απελευθέρωσή τους το 422π.Χ., οι Αμφιπολίτες καταστρέφουν με μανία. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., η Αμφίπολη θα γνωρίσει μεγάλη οικονομική ακμή. Στα τετράδραχμα, που θα εκδώσουν οι Αμφιπολίτες, χρησιμοποίησαν σύμβολα, τα οποία γι' αυτούς είχαν σημασία. Μέσα σε αυτά υπήρχε η Σφίγγα, που παρέπεμπε στις Εννέα Οδούς, υπήρχε και ο τρίποδας που παρέπεμπε στο μαντείο του Διονύσου, το σταφύλι, το στάχυ, η μέλισσα κ.ά.".

Όπως υποστηρίζει ο νομισματολόγος Αστέριος Τσίντσιφος, "οριστικά οι εμφανίσεις της Σφίγγας στα νομίσματα θα σταματήσουν με τη μακεδονοποίηση της Αμφίπολης το 357 π.Χ.. Αυτό προκύπτει από τις δεκάδες αμφιπολίτικες κοπές νομισμάτων του Μεγάλου Αλέξανδρου αργότερα, στις οποίες ούτε μία έχει σαν σύμβολο τη Σφίγγα. Αντίθετα, τα περισσότερα από τα άλλα σύμβολα των Αμφιπολιτών (δάδα, τρίποδας, μέλισσα, δελφίνι κ.ά.), μεταφέρθηκαν στα τετράδραχμα του Αλέξανδρου".

Σύμφωνα πάντως με τον ίδιο, μερικά από τα αρχαία ασημένια νομίσματα, που απεικόνιζαν τη Σφίγγα και έφεραν την ταυτοποίηση των Εννέα Οδών πουλήθηκαν σε μεγάλους οίκους δημοπρασιών της Ευρώπης, με πώληση του ανεξακρίβωτου τετράδραχμου ασημένιου νομίσματος, βάρους 14,40 γραμμαρίων, να πωλείται στη Γερμανία στον οίκο δημοπρασιών Lanz του Μονάχου, στις 28 Νοεμβρίου του 2005, έναντι 3600 ευρώ και του ανεξακρίβωτου τετράδραχμου ασημένιου νομίσματος, βάρους 12,90 γραμμαρίων, να πωλείται στις 22 Σεπτεμβρίου του 2011, στο Μόναχο, στον οίκο δημοπρασιών Hirsch, έναντι 4000 ευρώ.

Την ίδια ώρα, όπως λέει ο νομισματολόγος Αστέριος Τσίντσιφος, εξακριβωμένα ασημένια αμφιπολίτικα τετράδραχμα νομίσματα που χρονολογούνται από το 390 π.Χ μέχρι το 360 π.Χ., όπου συναντάμε τις τελευταίες εμφανίσεις της Σφίγγας σαν σύμβολο, σε μικρογραφία δίπλα στο Απόλλωνα, πουλήθηκαν: το ένα 14,40 γραμμαρίων, στον οίκο δημοπρασιών Leu της Ζυρίχης, στις 16 Μαΐου του 2001 έναντι 390.000 ελβετικών φράγκων, ενώ το δεύτερο εξακριβωμένο τετράδραχμο 14,43 γραμμαρίων δημοπρατήθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 2011, στη Νέα Υόρκη, στον οίκο δημοπρασιών CNG, στην τιμή των 700.000 δολαρίων.

Πηγή: iefimerida.gr

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Το μοναδικό χρυσό νόμισμα με πορτραίτο του Μέγα Αλέξανδρου;




Ερευνητής διατείνεται ότι ανακάλυψε το μόνο σωζόμενο χρυσό νόμισμα με το πορτραίτο του Αλεξάνδρου, που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της ζωής του μεγάλου στρατηλάτη (Pics)

Το μοναδικό σωζόμενο χρυσό νόμισμα με το πορτραίτο του Αλεξάνδρου, που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της ζωής του μεγάλου στρατηλάτη, πιστεύει ακράδαντα ότι ανακάλυψε μέσα από περιπετειώδεις διαδρομές ο δρ. Όσμουντ Μποπεράτσι (Osmund Bopearachchi), καθηγητής των Πανεπιστημίων Σορβόννης και Μπέρκλεϊ, διευθυντής του Τμήματος Αρχαιολογίας «Ελληνισμός και Πολιτισμοί της Ανατολής» του Γαλλικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (CNRS-ENS). Και δεν είναι το μόνο, που έχει να καταθέσει.

Η παρουσία του σε ταραχώδεις περιοχές του Αφγανιστάν και του Πακιστάν τον συνδέει με την ανακάλυψη νομισμάτων, που φέρουν ονόματα άγνωστων έως πρότινος Ελληνο-ινδών βασιλιάδων, με τον εντοπισμό αρχαίων ελληνικών πόλεων, καθώς και με την εξερεύνηση ενός θησαυρού νομισμάτων 4 τόνων, από τους μεγαλύτερους που έχουν βρεθεί ποτέ.

Ο δρ. Μποπεράτσι ήρθε πρόσφατα στην Ελλάδα για να εγκαινιάσει την έκθεση «Τα ελληνικά βασίλεια της Βακτρίας και της Ινδίας» στο Νομισματικό Μουσείο, που θα διαρκέσει ως τις 16 Ιουνίου 2014.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ μίλησε με τον ερευνητή, που σαν σύγχρονος «Ιντιάνα Τζόουνς» ψάχνει στα παζάρια της Κεντρικής και Νότιας Ασίας, αλλά και σε ιδιωτικές συλλογές, ενώ εμπορικοί οίκοι τον καλούν συχνά για να εκτιμήσει την αυθεντικότητα αρχαίων νομισμάτων. Αυτά που ανακαλύπτει συχνά ξεπερνούν τη φαντασία, όπως το χρυσό νόμισμα (μετάλλιο) με τον Μέγα Αλέξανδρο.


Είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για αναμνηστικό μετάλλιο που κόπηκε μετά τη Μάχη του Υδάσπη Ποταμού και την ήττα του Ινδού βασιλιά Πώρου. Θα πρέπει να υπήρχαν κι άλλα τέτοια μετάλλια με το ίδιο πορτραίτο, που διανεμήθηκαν μεταξύ των στρατηγών του. Είναι το πρώτο πορτραίτο του Μεγάλου Αλεξάνδρου» εξηγεί για το νόμισμα που απεικονίζει τον Μακεδόνα βασιλιά να φέρει στην κεφαλή τη δορά ενός ελέφαντα (σύμβολο της Ινδίας), ενώ διακρίνονται η αιγίδα της Γοργόνας και το κέρατο του Διός Άμμωνος.

Ωστόσο, η γνησιότητά του έχει αμφισβητηθεί από ορισμένους ερευνητές, τέσσερις για την ακρίβεια, όπως αναφέρει ο δρ. Μποπεράτσι.


Ο ίδιος όμως έχει στο πλευρό του σημαντικότατους ιστορικούς, όπως ο Άντριου Στιούαρτ και ο Φρανκ Χολτ (που είχε και την ιδέα για τον λόγο κοπής ενός τέτοιου νομίσματος), τα αποτελέσματα από όλες τις αναλύσεις του μετάλλου, φυσικά και τη γνώση του ως αυθεντία στα νομίσματα.

«Στη Μάχη του Υδάσπη το 326 π.Χ., ο Αλέξανδρος είχε να αντιμετωπίσει έναν στρατό από 250.000 ελέφαντες, οι οποίοι έρχονταν κατά μέτωπο.

Ο ίδιος δεν είχε ελέφαντες, παρά μόνο ιππικό. Έκανε λοιπόν κάτι πολύ ευφυές: Ένα τμήμα του ιππικού επιτέθηκε στη μέση και άλλα δύο από τα πλάγια. Οι ελέφαντες μέσα στη σύγχυσή τους άρχισαν να κάνουν σαν τρελοί, πετώντας και ποδοπατώντας τους Ινδούς στρατιώτες. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις ελέφαντες αν δεν είσαι ιδιοφυΐα και ο Αλέξανδρος ήταν» τονίζει.


Πώς όμως βρέθηκε το νόμισμα, το οποίο κυκλοφόρησε, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, για να μνημονεύσει το γεγονός που άλλαξε τον γεωπολιτικό χάρτη και την ιστορία της περιοχής;

Σε έναν σωρό νομισμάτων 4 τόνων, που αποτελούνταν από 550.000 νομίσματα (από τον 5ο αι. π.Χ. ως και τον 2ο αι. μ.Χ.), καθώς και από άλλα αντικείμενα, χρυσά, επίχρυσα, ασημένια, ένας πραγματικός θησαυρός, ο οποίος αναδύθηκε μέσα από ένα μεγάλο πηγάδι στο χωριό Mir Zakah του ανατολικού Αφγανιστάν.

Ήταν η δεύτερη φορά που το συγκεκριμένο πηγάδι «έβγαζε» θησαυρό. Η πρώτη ήταν το 1947, όταν βρέθηκαν περίπου 30.000 νομίσματα, τα οποία κατέληξαν στο Εθνικό Μουσείο της Καμπούλ, από όπου εκλάπησαν το 1993 με την καταστροφή του.

Η δεύτερη ήταν το 1992 και, όπως λέει ο καθηγητής, το «απόθεμά» του δεν έχει τελειώσει, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να το προσεγγίσει με ασφάλεια, καθώς βρίσκεται σε μια από τις πιο ταραγμένες περιοχές του πλανήτη. Όσο για τον λόγο που τόσα πολλά πολύτιμα αντικείμενα βρέθηκαν στο βυθό ενός πηγαδιού, που έχει το μέγεθος μικρής λίμνης, μόνον εικασίες μπορούν να ειπωθούν.

Ίσως η πιο πειστική είναι αυτή που αναφέρεται σε αρχαίους συλητές, οι οποίοι αφού λεηλάτησαν παλάτια και ανάκτορα, έκρυψαν τους θησαυρούς τους στη λίμνη, όπου, για άγνωστους λόγους, δεν επέστρεψαν ποτέ.


«Μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω στο παζάρι του Πεσαβάρ (Πακιστάν) το 1994, όταν οι πρώτοι σάκοι με τα νομίσματα και τα άλλα αντικείμενα του θησαυρού θα κατέφθαναν. Βρέθηκα μπροστά σε μια "βροχή" από νομίσματα, ίσως τη μεγαλύτερη ποσότητα που έχει δει ποτέ του νομισματολόγος σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Είχα συγκλονιστεί.

Το πρώτο και πιο άμεσο που μπορούσα να κάνω ήταν να καταλάβω τη σύνθεση του θησαυρού. Υπό κατάσταση εξαιρετικής πίεσης, άρχισα να τα ταξινομώ σε ομάδες, ανάλογα με τις κοπές τους: ινδικά, ελληνικά, ινδο-ελληνικά, ινδό-σκυθικά, της δυναστείας των Κουσάν. Μελετώ τα νομίσματα των δύο θησαυρών του Mir Zakah από το 1983. Το γεγονός αυτό με έχει σημαδέψει.

Είναι ανείπωτη χαρά για μένα να μπορώ να δημοσιεύω νέους τύπους νομισμάτων και να συζητώ θέματα σχετικά με τη σημασία της νομισματικής κυκλοφορίας στην Ινδία και στην Κεντρική Ασία. Ταυτόχρονα όμως είναι και κατάρα να ξέρω ότι τα περισσότερα από αυτά τα νομίσματα είτε χάθηκαν για πάντα είτε κατέληξαν σε ιδιωτικές συλλογές στις οποίες δεν υπάρχει πρόσβαση. Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι το χρυσό μετάλλιο βρέθηκε σε αυτό τον θησαυρό και το δημοσίευσα. Σήμερα ανήκει σε συλλέκτη, ο οποίος σκοπεύει κάποια στιγμή να το δωρίσει σε μουσείο» δηλώνει.

Ο δρ. Μποπεράτσι έχει κι άλλα εκπληκτικά πράγματα να διηγηθεί. Μεταξύ αυτών, η ανακάλυψη αρχαίων ελληνικών πόλεων σε περιοχές του Πακιστάν, όπως εκείνη που εντοπίστηκε συμπτωματικά από τον ίδιο στο χωριό Σαράι Σαλέχ του Χαριπούρ.

«Βρισκόμουν στο παζάρι του Πεσαβάρ όταν έμαθα ότι βρέθηκε ένας θησαυρός στο Σαράι Σαλέχ. Είχαν αρχίσει οι εκσκαφές για το χτίσιμο του τάφου ενός μουλά, όταν η μπουλντόζα χτύπησε κάτι μεταλλικό, ένα δοχείο μέσα στο οποίο βρίσκονταν 2.500 νομίσματα -τα περισσότερα από τα οποία κατάφερα να δημοσιεύσω. Μόλις πήγα στην περιοχή κατάλαβα ότι πρόκειται για ελληνο-ινδική πόλη.

Απευθύνθηκα άμεσα στους συναδέλφους μου στο πανεπιστήμιο του Πεσαβάρ και τους πρότεινα να ξεκινήσουν ανασκαφές, κάτι που έγινε. Και πράγματι, βρέθηκε μια ελληνο-ινδική πόλη, που χρονολογείται μεταξύ 2ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ., με κεραμική και κτίρια παρόμοια με εκείνα που υπάρχουν στην πόλη Τάξιλα, η οποία ανασκάφτηκε τη δεκαετία του '30 από τον Σερ Τζον Μάρσαλ» αναφέρει.

Τα εξαιρετικά ευρήματα ωστόσο συνεχίζονται, καθώς οι νομισματικές έρευνες του δρ. Μποπεράτσι τον έχουν οδηγήσει στην αποκάλυψη ονομάτων δεκάδων Ελλήνων βασιλιάδων, άγνωστων μέχρι πρόσφατα, που κυβέρνησαν ως τα τέλη του 1ου αι. π.Χ. στη Βακτρία και στην Ινδία, δηλαδή βόρεια και νότια του Ινδικού Καυκάσου.

Πρόκειται για τις περιοχές που γεωγραφικά σήμερα τοποθετούνται δυτικά του Αφγανιστάν (Βακτρία), ανατολικά του Αφγανιστάν και βόρεια του Πακιστάν όσον αφορά τα ελληνο-ινδικά βασίλεια.

Όπως εξηγεί ο ίδιος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Ιουστίνος και ο Πολύβιος, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για τη μακρινή αυτή περιοχή, αναφέρουν μόνον επτά βασιλιάδες. Ο Διόδοτος, ο Ευθύδημος και ο Δημήτριος ήταν μεταξύ αυτών. Ερευνώντας όμως τα νομίσματα, ανακύπτουν συνολικά 45 ηγεμόνες, όπως ο Λυσίας, ο Στράτων, ο Απολλόδωτος, ο Ιππόστρατος και ο Ηλιόδοτος, καθώς τα ονόματά τους είναι γραμμένα σε αυτά».

Όσο για τη γλώσσα των επιγραφών τους, οι εκδοχές ήταν δύο. Οι βασιλιάδες της Βακτρίας «έκοβαν» νομίσματα στην ελληνική γραφή, καθώς οι λαοί της περιοχής γνώριζαν ελληνικά. Τα νομίσματα που κυκλοφόρησαν νότια του Ινδικού Καυκάσου έφεραν δίγλωσσες επιγραφές: Ελληνικά στην εμπρόσθια όψη και Πράκριτ, δηλαδή αρχαία ινδικά, στην οπίσθια, καθώς οι λαοί της περιοχής δεν μιλούσαν ελληνικά.

Παράδειγμα δίγλωσσης επιγραφής είναι το χρυσό τετράγωνο νόμισμα με τον βασιλιά Ηλιόδοτο (περίπου 50 π. Χ.), ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα που εντοπίστηκε πρόσφατα στο ινδικό Κασμίρ και μελέτησε ο κ. Μποπεράτσι.

Στην εμπρόσθια όψη υπάρχει το πορτραίτο του ηγεμόνα και η επιγραφή «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΗΛ(Ι)ΟΔΟΤΟ(Υ)» που επαναλαμβάνεται σε γλώσσα Πράκριτ (γραμμένη σε αλφάβητα βράχμι και χαρόστι) στην οπίσθια όψη, όπου απεικονίζεται ο Ηρακλής, όρθιος και κατά μέτωπο, να στεφανώνει τον εαυτό του με το δεξί χέρι και με το αριστερό να κρατά φοίνικα και ρόπαλο, ενώ η λεοντή του κρέμεται πάνω από τον ώμο.

«Ο Ηλιόδοτος βγήκε από την αφάνεια και προστέθηκε στους άλλους 44 ηγεμόνες οι οποίοι έγιναν γνωστοί από τα νομίσματα, μια ακόμα απόδειξη ότι η ιστορία των Ελληνο-Ινδών είναι πρωτίστως μια νομισματική ιστορία», επισημαίνει ο ερευνητής. Ταυτόχρονα δεν παραλείπει να τονίζει την τεράστια επίδραση που είχε ο ελληνικός πολιτισμός στους λαούς της περιοχής (σημερινό Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν κλπ.).

«Ακόμα και όταν η ελληνική ισχύς στην Ινδία ήρθε στο τέλος της (περίπου το 20 μ. Χ.), το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιήθηκε για ακόμα δύο αιώνες. Επιπλέον, από την ελληνική μυθολογία ο βουδισμός δανείστηκε θεούς, όπως ο Ηρακλής και ο Διόνυσος. Οι Έλληνες είχαν τεράστια επίδραση στους λαού αυτούς, τόση που δεν μπορούμε να φανταστούμε» καταλήγει.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

 
Developed by electro-net.gr